Το βασίλειό μου για τα μαλλιά μου

Posted in Uncategorized on Ιουνίου 27, 2009 by Βαρώνος Κόζιμο

-Θα πήξουν σε πέντε δέκα το πολύ χρόνια οι ιδέες με τις οποίες καταπιάνομαι ματαίως εδώ και καιρό. Με διάβασμα πολύ και με παραπάνω βίωμα θα δέσουν και θα μπορέσω να κόψω κι εγώ την ελάσσονα φέτα που διεκδικώ. Λυπάμαι μόνο που όλο αυτό τον καιρό δεν έγραψα τίποτε από τον αχταρμά που έχω μέσα μου και δε θα μπορέσω να αποκηρύξω τα λίγα μου πρωτόλεια. Το ορφάνεμα του κειμένου είναι πράμα σοβαρό. Δίνει ένα αέρα πνευματικότητας ή τουλάχιστον ενός βάθους βρε παιδί μου.

-(Και το μπλογκ τί το ‘στησες;)

It’s alright, Ma

Posted in Uncategorized on Μαΐου 26, 2009 by Βαρώνος Κόζιμο

κάπου λίγο πριν τα 30 μπορείς να συνειδητοποιήσεις πως θα είσαι ελάσσων·

πως η γλώσσα θα σου σκοντάφτει όταν μεγαλοπιάνεται και

θα στεριώνει όταν την απαλλάσεις από το φορτίο του αληθινά σημαντικού

-καλή ώρα-

αφήνοντας την μόνο με το αναμάσημα

του εμετικού πολτού -καμωμένου από όσα

σωστά ήδη έχουν γραφεί και ειπωθεί-

από άλλους

Ειλικρινά

Posted in Uncategorized on Απριλίου 1, 2009 by Βαρώνος Κόζιμο

Δεν τρέφω κανενός είδους εθνικιστικό συναίσθημα. Ούτε αυτή τη στιγμή που γράφω, ούτε ποτέ άλλοτε. Τον Μπένεντικτ Άντερσον τον είδα,σε νεαρή ακόμη ηλικία, ως αξιόλογη και συστηματική θεωρητικοποίηση του προφανούς. Ακόμα και τώρα που οι παραστρατημένοι μου περίπατοι στα κείμενα του Ντεριντά με έχουν μάθει με σφαλιάρες να σιωπώ μπροστά στο παραδεδομένο, ουδεμία κατανόηση κατόρθωσα, πόσο μάλλον συμπάθεια, προς την κατηγορία του έθνους.

Έτσι, δεν ξέρω γιατί θλίβομαι όταν θυμαμαι τις Ελληνίδες να αποποιούνται του δικαιώματός τους για έρωτα μαυρισμένο απ’ τον ήλιο και να ενδίδουν στο αγγλικό φλερτ Άγγλων φοιτητών, με την μυρωδιά φτηνού αλκοόλ να περνάει από στόμα σε στόμα προτού ανταλλαχτεί μια δεύτερη ματιά, στα πάρτυ του Εδιμβούργου πριν δύο χρόνια.

Τα γουρούνια δεν έχουν ονομα

Posted in Uncategorized on Μαρτίου 20, 2009 by Βαρώνος Κόζιμο

οι κύπριοι τρομοκρατες αστυνομικοί και δικαστές έχουν:

Ανδρέας Ευσταθίου

Χάρης Χαρίτου

Ανδρέας Παναγή

Γεώργιος Παύλου

Γεώργιος Κιλίλης

Κώστας Τούμπας

Ιορδάνης Ιορδάνου

Ανδρέας Χρίστου

Χριστιάνα Αντωνίου

Τεύκρος Χαραλάμπους

και

Γιασεμής Γιασεμή (πρόεδρος)

Λένα Δημητριάδου (πάρεδρος)

Έλενα Εφραίμ (πάρεδρος)

Πρέπει να μάθω:

Posted in Uncategorized on Φεβρουαρίου 28, 2009 by Βαρώνος Κόζιμο

παραλύει κανείς άλλος όταν καταλαβαίνει πόσα πολλά αριστουργήματα δεν θα τα διαβάζει στην αρχική τους γλώσσα;

Απελπίζεται όπως εγώ που έχω περάσει την τελευταία μισή ώρα προσπαθώντας να ανακαλύψω κριτικές για τις αγγλικές και τις ελληνικές μεταφράσεις του Βιβλίου της Ανησυχίας του Πεσόα σε μια προσπάθεια να μάθω αν κάτι από τον αρχικό ρυθμό και το γλωσσικό ήθος επιζεί;

Δεν ξέρω πως να το πω χωρίς να φανώ γελοίος, αλλά η αγωνία πως ποτέ δεν θα καταφέρω να ακούσω τον Πεσόα (τον Μπόρχες, τον Προυστ, τον Σελάν, τον Κορταζάρ, τον Ρεμπώ, τον Χάιντεγκερ), ότι δεν θα βρω ποτέ σίγουρα τη φωνή που κρύβεται πίσω από την δυνητικά πλανεμένη λέξη που επέλεξε ο ενδιάμεσος, η αγωνία αυτή λοιπόν δεν είναι είναι τίποτε άλλο από τον πυρετό μιας χαμένης ζωής, την απελπισία ενός ευρεθέντος θανάτου.

(Τρία λεπτά αφού πάτησα το κουμπί για τη δημοσίευση των πιο πάνω μου ‘ρθε μια εικόνα από το περασμένο καλοκαίρι. Μια βδομάδα σε σπίτι φίλου καλού στη Βαρκελώνη πλημμυρισμένο από βιβλία. Παντού. Ράφια σε όλο στο σπίτι, σε δωμάτια, σε σκάλες, στην είσοδο και στο σαλόνι, πάνω στο πιάνο και στην κουζίνα. Σχεδόν όλα στα ισπανικά και στα καταλανικά, δηλαδή σε άγνωστες για μένα γλώσσες. Παρά τα υπαρξιακά για τα οποία έγραψα, η εμπειρία αυτή ήταν χάδι. Ξυπνούσα συνήθως πρώτος και περιμένοντας τον φίλο μου να ξυπνήσει κοίταζα τος τίτλους όλων των βιβλίων. Πρσπαθούσα να μεταφέρω λέξεις που μου φαινόντουσαν κάπως γνωστές σε ανάλογες αγγλικές η ελληνικές. Tranquile και ούτω καθεξής. Τα κύρια ονόματα ήταν σωτήριες σημαδούρες. Διάβαζα μια αράδα ολόκληρη και εκεί που πήγαινα να το καταχωρήσω στα παντελώς ανερμήνευτα, να σου στο τέλος ένα Marx. Κατεύθυνση σχεδόν σίγουρη. Το τραβάς απ’ τη βιβλιοθήκη, βλέπεις εξώφυλλο βαρύ κι επιβλητικό, μονόχρωμο με κόκκινα γράμματα, εντάξει προσανατολίστηκες. Σίγουρα κονωνιολογία και όχι ανάλυση κωμωδίας. Και Kazantzakis που ενώ ποτέ μου δεν μου άρεσε, σχεδόν συγκινήθηκα που τον βρήκα εκεί, ξεχασμένο από τη δεκαετία του 70 μέσα στα βιβλία του πατέρα του φίλου μου, πρώην ιησουίτη ιερέα και καθηγητή κοινωνιολογίας. Ναι που λέτε. Σαν χάδι η ανάμνηση αυτή, όπως είπα και πιο πάνω.)

Αφιλόξενο ζώο

Posted in Uncategorized on Φεβρουαρίου 12, 2009 by Βαρώνος Κόζιμο

Στις πέντε η ώρα το πρωί όταν ξάπλωσα, είχα μια εξαιρετική ιδέα για ένα σύντομο θεατρικό. Πολύ σύντομο, τρία τέσσερα λεπτά, ένας μόνο ηθοποιός, σκεφτόμουν μάλιστα ότι κάλλιστα θα μπορούσα να παίξω εγώ το ρόλο.

Ήθελα να σηκωθώ να το γράψω αλλά ήταν τόσο πολλή η νύστα που είπα να το αφήσω, τι στο διάολο άλλωστε, τόσο καλή ιδέα δεν ξεχνιέται.

Κι έφτασα τώρα, στις έξι το απόγευμα να προσπαθώ να θυμηθώ τι στο καλό σκεφτόμουνα. Τίποτα. Απόλυτο κενό όσον αφορά το περιεχόμενο της ιδέας, παρά μόνο η ανάμνηση εμού του ιδίου να αποκοιμιέται σκεφτόμενος.

Ανοίγω τον υπολογιστή και κοιτάζω τις σελίδες που έβλεπα πριν κοιμηθώ. Ένα βίντεο για το πώς αναπτύσσεται η τριγωνική επίθεση στο μπάσκετ, μια παλιά συνέντευξη του Δημήτρη Παπαϊωάννου στην Ελευθεροτυπία, αναζήτηση των βιβλίων «Στρέττο» και «Προβλήματα της Λυρικής Ποίησης» από τις εκδόσεις Υπερίων. Στο τραπέζι ένα βιβλίο με ποιήματα του Σολωμού, διάβασα τον Πόρφυρα. Στο media player Θανάσης Παπακωνσταντίνου και Αγρύπνια. Είδα και το τελευταίο επεισόδιο Mad Men.

Που είναι ο συνδυασμός μέσα σ’ αυτά που μου έδωσε την έμπνευση χθες;

(Παίρνουμε την ανωτέρω ζύμη. Πασπαλίζουμε με αρκετές δόσεις λυρισμού (όσο αντέχουμε) και απλώνουμε το φύλλο. Για να σπάσει η γλύκα του λυρισμού προσθέτουμε 2-3 κουταλιές του σούπας χιούμορ, πικρό κατά προτίμηση. Ψήνουμε για μισή ώρα σε αναστοχαστική διάθεση νοσταλγίας. Σερβίρουμε αφού πασπαλίσουμε με μπόλικο ελεγειακό τόνο για την τυχαιότητα της ζωής μας. Φαί απλό λιτό, που θυμίζει κουζίνα της μαμάς και παιδική ηλικία σε επαρχία. Επαρχία αποπνικτική, α-διάφορη, μουντή μες τον ήλιο της και απελπιστική στα χρώματά της. Η συνταγή αντέχει άπειρη σχεδόν τροποποίηση σε δόσεις και υλικά, σύμφωνα με τις ορέξεις του καθενός.)

Διάβασα σήμερα

Posted in Uncategorized on Ιανουαρίου 10, 2009 by Βαρώνος Κόζιμο

την Εθνική Φασουλάδα του Ηλία Πετρόπουλου. Ενώ απαριθμεί τις συνταγές φασουλάδας που θυμάται από τον καιρό που η ελληνική μαγειρική ήταν ελληνική, δίνει αυτή την περιγραφή:

το πιάζι της φυλακής
Στην φυλακή κάνουν συχνά φασουλάδα και γιαυτό οι κατάδικοι καμιά φορά τη βαριούνται. Τότε, παίρνουν την μερίδα της φασουλάδας, πηγαίνουν στην βρύση και ξεπλένουν τα φασόλια με άφθονο νερό, τα στραγγίζουν καλά, προσθέτουν ψιλοκομένο κρεμύδι και λαδόξιδο, και, συνεπώς, φτιάχνουν ένα αυτοσχέδιο πιάζι. Οι κατάδικοι αγαπούν τα κρεμύδια, γιατί φέρνουν ύπνο.

Τον νιώσατε κι εσείς είμαι σίγουρος. Τον διανοητικό αφοπλισμό που προκαλεί η ποίηση της τελευταίας πρότασης.

Ίσως χρειάζεται ένα τους ανάμεσα στο γιατί και στο φέρνουν, για να στρογγυλέψει η φράση, να κυλάει ιεροφαντικά στο στόμα και παρηγορητικά στο νου, αλλά ακόμη κι έτσι είναι ονειρεμένα συμπαγής και στέρεη. Γροθιά κλειστή σαν πούπουλο και απαλή σαν χάδι.

Η θέση της βρίσκεται αναμβίβολα στο oeuvre ενός ελάσσονος -ή αυτοπαρωδούμενου- Μπόρχες. Φυσικά η ιστορία θα μιλούσε επίσης για θολά τζάμια, για μεγάλες αγριόγατες και για κουτάλια – κι όχι για καθρέφτες, τίγρεις και μαχαίρια· είπαμε ελάσσων και αυτοπαρωδούμενος.

Βιβλία δεν θα υπήρχαν στην ιστορία μας (του).

Δεν είναι απ’ αυτές, είναι απ’ τις άλλες.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.