Α: Κοίτα τους μικρούς όρεξη που ‘χουν ρε.
Β: Πόσο να ‘ναι; 17 το πολύ; Θυμάσαι όταν ήμασταν εμείς 17;
Α: Πριν ένα μήνα πήγα με μια 17χρονη.
Β: …
Α: …
Β: Πώς ήταν;
Α: Σφιχτή, σκληρή σαν πούπουλο και μαλακή σαν πέτρα.
Α: Κοίτα τους μικρούς όρεξη που ‘χουν ρε.
Β: Πόσο να ‘ναι; 17 το πολύ; Θυμάσαι όταν ήμασταν εμείς 17;
Α: Πριν ένα μήνα πήγα με μια 17χρονη.
Β: …
Α: …
Β: Πώς ήταν;
Α: Σφιχτή, σκληρή σαν πούπουλο και μαλακή σαν πέτρα.
Έχω πολλά, όχι όμως αρκετά, βιβλία. Είμαι αρκετά νέος ώστε να τρέφω τη ψευδαίσθηση ότι κάποτε θα καταφέρω να τα διαβάσω όλα· δεν έχω όμως την απαραίτητη πειθαρχία που απαιτεί η συστηματική ανάγνωση. Πιάνομαι έτσι από οποιαδήποτε αφορμή μου επιτρέπει να οργανώνω μικρές ομάδες βιβλίων προς ανάγνωση. Στις 25 του Μάρτη διάβαζα αποσπάσματα από τα ιστοριογραφικά πονήματα του Σκαρίμπα (άντε, και του χρόνου Παπαγιώργη).
Αυτές τις μέρες κλίνω προς τα θρησκευτικά-θελογικά και ό,τι άλλο μπορεί να μπει στο σωρό τους, ακόμα και μέσω λεξιλογικών συνειρμών. Πέρσι, το Πάσχα, διάβασα το “Ο δεύτερος βίος των τριών Ιεραρχών” της Έφης Γαζή, στο οποίο ταιριάζει ο αφορισμός του Κούρτοβικ: “Κάποια βιβλία χρησιμοποιούν την πολιτική ορθότητα μιας εποχής για να κρίνουν την πολιτική ορθότητα μιας άλλης”.
Ο φετινός σωρός:
(Στέλιος Ράμφος “Το Μυστικό του Ιησού”, Νίτσε “Anti-Christ”, Κωνσταντίνος Τζούμας “Ως εκ θαύματος”, Μίλτον “Paradise Lost”, Πεντζίκης “Ο πεθαμένος και η ανάσταση”, Σαραμαγκού “The gospel according to Jesus Christ”)
*
Ποιο είναι το Barthesian punctuum (με δεδομένο το ότι εγώ είμαι ο φωτογράφος και το punctuum δεν μπορεί παρά να είναι σκηνοθετημένο, επίτηδες ριγμένο στον πηλό που θέλω να δουλέψω για να πλάσω μια περσόνα) ποιο είναι λοιπόν το έστω επιδερμικό punctuum αυτής της φωτογραφίας; Στην προκειμένη περίπτωση είναι 2: Ο σελιδοδείκτης από την Πολιτεία, στην Αθήνα, ανάμεσα στις σελίδες του Πεντζίκη. Η κίτρινη ταινία στη ράχη του Paradise Lost που δηλώνει μεταχειρισμένο βιβλίο (4,60 ευρώ) από το Gilbert Jeune στην Place Saint-Michel στο Παρίσι.
Θυμάμαι πότε το αγόρασα: Ιούλης του 06, ζέστη που σε άρπαζε απ’ το λαιμό, τη μέρα τη βγάζαμε στα πάρκα του Παρισιού των οποίων το όνομα έχω ξεχάσει, τα βράδια για να κοιμηθούμε ραντίζαμε το σεντόνι με κρύο νερό που γρήγορα εξατμιζόταν και μας έκαιγε περισσότερο, αλλά παιδιά ήμασταν ακόμα, δεν ξέραμε -όπως και για πολλά άλλα πράματα, πιο σημαντικά- τι έπρεπε να κάνουμε. Και δεν έχουμε μάθει ακόμα.
Το βιβλίο που είναι ανοιγμένο μπροστά μου αποπειράται να καθορίσει τα συστατικά γνωρίσματα της νεωτερικότητας. Αυτονομία σκέψης, πίστη στο λόγο, αλλά και η ανάποδη (και αναπόφευκτη; ) πλευρά του νομίσματος, η απουσία νοήματος, ο σχετικισμός, αλλά (ξανά) η πάλη να αποφύγεις την παράλυση που προκαλεί ο τελευταίος.
Απ’ το ανοιχτό παράθυρο μπαίνει η μυρωδιά του φαγητού που ψήνουν οι γείτονες: γαρίδες στα κάρβουνα. Λίγες μέρες τους έμειναν για να τελειώσει η νηστεία.
Έχω πολλά χαρτιά ανοιχτά στο μυαλό μου. Η τριλογία του Μπέκετ και η σιωπή, ο Ιησούς του Ράμφου και το υπαρξιακό του νόημα, οι ημέτεροι νεκροί του Παπαγιώργη και άλλα εξίσου σημαντικά: το bildungsroman που γράφει κάθε μέρα ο Kobe Bryant, τις λέξεις που κάρφωσαν, ώστε να μην τις παίρνει ο άνεμος, ο Tommy Smith και ο John Carlos το καλοκαίρι του 1968 στην πόλη του Μεξικού.
Δεν νηστεύω αλλά ανυπομονώ για το αυριανό φαί: Συναγρίδα και ορφός στα κάρβουνα, ψαρόσουπα, σαλάτα.
Ψάχνω να βρω βιβλία για τη Βαρκελώνη. Ακόμα και για ξέγνοιαστα πράματα, καταφέρνω να στήνω τάφρους για να με προφυλάσσουν απ’ αυτά.
***
What else does it take to make a grown man cry?
Πανέμορφη ολιγοσύλλαβη αγγλική γλώσσα. Πώς το κυλάς τώρα αυτό στα ελληνικά; Δοκιμή: “Τι άλλο πρέπει να δεις πριν κλάψεις;”
Εισηγήσεις και τροποποιήσεις, όσο ελεύθερες θέλετε, δεχτές.
“Αισθανόταν την ανάγκη να συγκεντρωθεί. Βασανιζόταν έρμαιο από τις εντυπώσεις, από τις σχέσεις του με τα πράγματα, με τα πρόσωπα. Επιθυμούσε ένα σχήμα.”
Ν.Γ.Πεντζίκης
“For he who has perfectly understood that he is mortal, the agony begins”.
Arthur Schnitzler