Ξαπλώνω και διαβάζω τον Παπαγιώργη να θρηνεί τον νεκρό του φίλο. Είναι Κυριακή, έχω αποφύγει τις περιττές υποχρεώσεις της βραδιάς, οι κουρτίνες του δωματίου μου φιλτράρουν τις τελευταίες δυνατές ακτίνες του απογευματινού ήλιου και το δωμάτιο λούζεται σε χρώμα σέπια. Το παρόν βιώνεται ήδη από τη σκοπιά του μέλλοντος, είναι το αντικείμενο και η αιτία της σύγχρονής του νοσταλγίας, η αλυσίδα της διαφοράς ξετυλίγεται.
***
Παλαιότερα είχα ένα άλλο μπλογκ και το ‘κλεισα. Δεν με ικανοποιούσε η ποιότητα και ο τρόπος της γραφής μου. Έτσι έλεγα στον εαυτό μου. Ψέματα δηλαδή αφού διέσωζα έτσι την πιθανότητα -μάλιστα όταν είσαι νέος μπορείς να μιλήσεις για βεβαιότητα- να βελτιώσω, με λίγη ή πολλή δουλειά, το στυλ μου. Πέρασε καιρός για να διαπιστώσω και κυρίως να αποδεχτώ ότι είναι η ίδια η σκέψη μου, ο τρόπος και οι ικανότητές της, που αποτελούσε το πρόβλημα. Συγκεκριμένα: οι δυνατότητές της για βύθιση στα παρατηρούμενα πράματα και την ανάλυσή τους.
***
Σηκώνομαι από το κρεβάτι και ανοίγω το ημερολόγιο που κρατούσα όταν πήγα στη Βαρκελώνη το καλοκαίρι. Ανάμεσα σε άλλα, υπάρχουν λεπτομερείς καταγραφές όλων των φαγητών που έφαγα τις εννιά μέρες που ήμουνα εκεί. Σε μια από τις περιγραφές βρίσκω τη φράση “μια γενναία μερίδα παέγια με θαλασσινά”. Δίπλα σημειωμένη, ήδη από τότε, η απορία “σε ποιά εποχή η φράση “γενναία μερίδα” είχε πραγματικό βάρος χωρίς να αυτοϋπονομεύεται;”.
***
Είμαστε σαν το λάδι εμείς οι δυο. Μου έλεγε ένας φίλος αγαπημένος κατά τη διάρκεια μιας βόλτας στο κέντρο του Εδιμβούργου. “A mile wide and an inch deep“. Αναφερόταν στα ενδιαφέροντά μας, αλλά κάλλιστα μπορώ να δω ότι ταιριάζει και στις αναλυτικές μου ικανότητες. Είχα αποφασίσει να ανοίξω καινούργιο μπλογκ μόνο όταν θα μπορούσα να ελέγχω την έκφραση και την σκέψη σε βαθμό ηδονικό και αυτοϊκανοποιητικό.
***
Αφήνω το ημερολόγιο στη θέση του, ξαπλώνω ανάσκελα και κοιτάζω το σέπια ταβάνι. Θυμάμαι τα βιβλία που με έκαναν να συνάψω ηδονική σχέση με τη γλώσσα όταν τα διάβαζα μικρός. Για άγνωστο λόγο όλα αφορούν σκηνές βρώσης. Πινόκιο, Ρομπέν των Δασών, Δον Κιχώτης δεν θυμάμαι ποιά άλλα. Διέκοπτα την ανάγνωση, έτρεχα στο ψυγείο, έκοβα χοντρές φέτες τυριού και σαλαμιού (ή γενναίες μερίδες;), τις έμπηγα σε φρέσκο, άσπρο ψωμί, και τις έτρωγα ξαναδιαβάζοντας τα φαγοπότια. Δεν πήρα ποτέ ξανά τέτοιου είδους ηδονή από τη γλώσσα: απλή, απτή, συγκεκριμένη, άμεση, συμμετοχική. Η ηδονή από κατοπινά αναγνώσματα (Σκαρίμπας, Πεντζίκης, Rushdie, Roth, Σεφέρης, Αλεξάνδρου, Αναγνωστάκης, Eliot, Καβάφης, Πανσέληνος, Derrida, Borges, Calvino και Fish) θα πρέπει να θεωρηθεί ως ηδονοβλεψία στην καλύτερη περίπτωση, συνταγή για παράλυση στη χειρότερη.
***
Στην προηγούμενη ανάρτηση έγραφα με έντονα γράμματα τη λέξη “τελικά”. Ένιωθα ότι ήθελα να εμβαθύνω, να αναλύσω, ότι κάτι υπάρχει εδώ που πρέπει να ειπωθεί με όσα λόγια είναι απαραίτητα. Δεν μπόρεσα. Ξαναπαίρνω τον Παπαγιώργη. Γράφει: “…τελικά -και αυτό το τελικά κρύβει πάντα μια κηδεία-…”. Φθονώ.