Αφιλόξενο ζώο

Στις πέντε η ώρα το πρωί όταν ξάπλωσα, είχα μια εξαιρετική ιδέα για ένα σύντομο θεατρικό. Πολύ σύντομο, τρία τέσσερα λεπτά, ένας μόνο ηθοποιός, σκεφτόμουν μάλιστα ότι κάλλιστα θα μπορούσα να παίξω εγώ το ρόλο.

Ήθελα να σηκωθώ να το γράψω αλλά ήταν τόσο πολλή η νύστα που είπα να το αφήσω, τι στο διάολο άλλωστε, τόσο καλή ιδέα δεν ξεχνιέται.

Κι έφτασα τώρα, στις έξι το απόγευμα να προσπαθώ να θυμηθώ τι στο καλό σκεφτόμουνα. Τίποτα. Απόλυτο κενό όσον αφορά το περιεχόμενο της ιδέας, παρά μόνο η ανάμνηση εμού του ιδίου να αποκοιμιέται σκεφτόμενος.

Ανοίγω τον υπολογιστή και κοιτάζω τις σελίδες που έβλεπα πριν κοιμηθώ. Ένα βίντεο για το πώς αναπτύσσεται η τριγωνική επίθεση στο μπάσκετ, μια παλιά συνέντευξη του Δημήτρη Παπαϊωάννου στην Ελευθεροτυπία, αναζήτηση των βιβλίων «Στρέττο» και «Προβλήματα της Λυρικής Ποίησης» από τις εκδόσεις Υπερίων. Στο τραπέζι ένα βιβλίο με ποιήματα του Σολωμού, διάβασα τον Πόρφυρα. Στο media player Θανάσης Παπακωνσταντίνου και Αγρύπνια. Είδα και το τελευταίο επεισόδιο Mad Men.

Που είναι ο συνδυασμός μέσα σ’ αυτά που μου έδωσε την έμπνευση χθες;

(Παίρνουμε την ανωτέρω ζύμη. Πασπαλίζουμε με αρκετές δόσεις λυρισμού (όσο αντέχουμε) και απλώνουμε το φύλλο. Για να σπάσει η γλύκα του λυρισμού προσθέτουμε 2-3 κουταλιές του σούπας χιούμορ, πικρό κατά προτίμηση. Ψήνουμε για μισή ώρα σε αναστοχαστική διάθεση νοσταλγίας. Σερβίρουμε αφού πασπαλίσουμε με μπόλικο ελεγειακό τόνο για την τυχαιότητα της ζωής μας. Φαί απλό λιτό, που θυμίζει κουζίνα της μαμάς και παιδική ηλικία σε επαρχία. Επαρχία αποπνικτική, α-διάφορη, μουντή μες τον ήλιο της και απελπιστική στα χρώματά της. Η συνταγή αντέχει άπειρη σχεδόν τροποποίηση σε δόσεις και υλικά, σύμφωνα με τις ορέξεις του καθενός.)

Advertisements

2 Σχόλια to “Αφιλόξενο ζώο”

  1. παθαίνω το τζιαι εγώ συχν’α

    όχι με θεατρικά

    αλλά με ιδέες και κείμενα

    αν δεν τα γράψω εκείνη την ώρα το πρωί εν θυμάμαι τι στο καλό ήβρα τόσο καλό

  2. είχαμε προ δεκαπενταετίας στο πανεπιστήμιο για κάποιες διαλέξεις τον Γιάννη Σμαραγδή, που συμβούλευε με νόημα:
    να έχεις πάντα δίπλα στο κρεβάτι σου χαρτί, μολύβι κι ένα φως που ανάβει αμέσως. γιατί οι καλύτερες ιδέες έρχονται τη νύχτα. κι αν βαρεθείς -που θα βαρεθείς- να σηκωθείς να ανάψεις το φως, να βρεις χαρτί και να τις γράψεις, το πρωί θα έχουν εξαφανιστεί.

    είχε δίκιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: